γυναικοκρασία

γῠναικο-κρᾱσία, , ([etym.] κρᾶσις)
A womanish temper, Str.3.4.18, Plu. Cleom.33 (s.v.l.), 2.20a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυναικοκρασία — γυναικοκρασία, η (Α) ιδιοσυγκρασία τής γυναίκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + κράσις] …   Dictionary of Greek

  • γυναικοκρασίας — γυναικοκρᾱσίᾱς , γυναικοκρασία womanish temper fem acc pl γυναικοκρᾱσίᾱς , γυναικοκρασία womanish temper fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • γυναικοκρασίαν — γυναικοκρᾱσίᾱν , γυναικοκρασία womanish temper fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.